ευρεσιτεχνία

Η εύρεση νέου ή η τελειοποίηση τεχνικού μέσου ή οργάνου. Το δίπλωμα ε. είναι ο επίσημος τίτλος που δίνεται στον εφευρέτη για την αποκλειστική εκμετάλλευση της εφεύρεσής του. Βλ. λ. εφεύρεση.
* * *
η
1. η επινόηση, η εφεύρεση μέσου, προϊόντος, μεθόδου ή διαδικασίας παραγωγής ή επεξεργασίας νέων και άγνωστων προηγουμένως
2. φρ. «δίπλωμα ευρεσιτεχνίας» — επίσημος τίτλος που παρέχει στον εφευρέτη το δικαίωμα τής αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως τής εφευρέσεώς του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευρεσί-τεχνος. Η λ. μαρτυρείται από το 1885 στην εφημερίδα Εφημερίς].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευρεσιτεχνία — [эврэситэхниа] ουσ. Θ. изобретательство …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ευρεσιτεχνία — η επινόηση νέου τεχνικού μέσου που δεν υπάρχει: Δίπλωμα ευρεσιτεχνίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κινηματογράφος — Μέσο έκφρασης και παρουσίασης, το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνική της αποτύπωσης ακίνητων εικόνων σε φιλμ και της προβολής τους σε οθόνη, μέσω τεχνικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Τα κύριαφαινόμενα που συντελούν …   Dictionary of Greek

  • -ιος — ια, ιο(ν) η κατάλ. ιος (μαζί με τις επαυξημένες μορφές της) είναι μία από τις παραγωγικότερες τής ελλ. γλώσσας καθ όλη τη διάρκεια τής ιστορίας της. Συγκεκριμένα, μαρτυρούνται συνολικά 2.996 λέξεις σε ιος, εκ τών οποίων 295 είναι κοινές, 2.261… …   Dictionary of Greek

  • γραμματόσημο — Χάρτινο ένσημο που βεβαιώνει ότι πληρώθηκε ένα ποσό σε αντάλλαγμα του οποίου η ταχυδρομική υπηρεσία αναλαμβάνει να μεταφέρει ένα γράμμα, ένα δέμα ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο στον προορισμό του. Ανάλογα με τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται,… …   Dictionary of Greek

  • Ίστμαν, Τζορτζ — (George Eastman, Νέα Υόρκη 1854 – 1932). Αμερικανός εφευρέτης και πρωτοπόρος της φωτογραφίας. Το όνομά του είναι συνυφασμένο με την ευρεσιτεχνία του σελιλόιντ. Από την ηλικία των 20 ετών πειραματιζόταν ως ερασιτέχνης φωτογράφος με τις ζελατίνες,… …   Dictionary of Greek

  • Μισελέν, Εντουάρ — (Edouard Michelin, Κλερμόν Φεράν 1859 – Ορσίν, Πυΐ ντε Ντομ 1940). Γάλλος επιχειρηματίας. Σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού. Το 1889 ίδρυσε, μαζί με τον αδελφό του Αντρέ Μισελέν (Andre Michelin, 1853 – 1931), την εταιρία… …   Dictionary of Greek

  • Ντέμλερ, Γκότλιμπ — (Gottlieb Daimler, Σόρντορφ, Βίρτεμπεργκ 1834 – Μπαντ Κάνστατ, Στουτγκάρδη 1900). Γερμανός μηχανικός και εφευρέτης. Διπλωματούχος του πολυτεχνείου της Στουτγκάρδης, εξασκήθηκε πρακτικά στη Μεγάλη Βρετανία και στη Γερμανία, όπου διηύθυνε τη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.